Wikplayer

Δευτέρα, 20 Μαρτίου 2017

Fata Morgana

Θά μεταλάβω μέ νερό θαλασσινό
στάλα τή στάλα συναγμένο απ' τό κορμί σου
σέ τάσι αρχαίο, μπακιρένιο αλγερινό,
πού κοινωνούσαν πειρατές πρίν πολεμήσουν.

Στρείδι ωκεάνειο αρραβωνιάζεται τό φώς.
Γεύση από φλούδι τού ροδιού, στυφό κυδώνι
κι ό άρρητος τόνος, πιό πικρός καί πιό στυφός,
πού εναποθέτανε στά βάζα οί Καρχηδόνιοι.

Πανί δερμάτινο, αλειμμένο με κερί,
οσμή από κέδρο, από λιβάνι, από βερνίκι,
όπως μυρίζει αμπάρι σε παλιό σκαρί
χτισμένο τότε στόν Ευφράτη στή Φοινίκη.

Χόρτο ξανθό τρίποδο σκέπει μαντικό.
Κι ένα ποτάμι μέ ζεστή, λιωμένη πίσσα,
άγριο, ακαταμάχητο, απειλητικό,
ποτίζει τούς αμαρτωλούς πού σ' αγαπήσαν.

Rosso romano, πορφυρό της Δαμασκός,
δόξα τού κρύσταλλου, κρασί απ' τή Σαντορίνη.
Ό ασκός νά ρέει, κι ό Απόλλωνας βοσκός
νά κολυμπάει τα βέλη του μέ διοσκορίνη.

Σκουριά πυρόχρωμη στίς μίνες τού Σινά.
Οί κάβες τής Γερακινής καί τό Στρατόνι.
Τό επίχρισμα. Ή άγια σκουριά πού μάς γεννά,
μάς τρέφει, τρέφεται από μάς, καί μάς σκοτώνει.

Καντήλι, δισκοπότηρο χρυσό, αρτοφόρι.
Άγια λαβίδα καί ιερή από λαμινάρια.
Μπροστά στήν Πύλη δύο δαιμόνιοι σπαθοφόροι
καί τρείς Άγγελοι μέ σπασμένα τά κοντάρια.

Πούθ' έρχεσαι; Απ' τή Βαβυλώνα.
Πού πάς; Στό μάτι τού κυκλώνα.
Ποιάν αγαπάς; Κάποια τσιγγάνα.
Πώς τή λένε; Φάτα Μοργκάνα.

Πάντα οί κυκλώνες έχουν γυναικείο
όνομα. Εύα από τήν Κίο.
Η μάγισσα έχει τρείς κόρες στό Αμανάτι
καί ή τέταρτη είν έν αγόρι μ' ένα μάτι.

Ψάρια πού πετάν μέσα στήν άπνοια,
όστρακα, λυσίκομες κοπέλες,
φίδια τής στεριάς καί δέντρα σάπια,
άρμπουρα, τιμόνια και προπέλες.

Νά 'χαμε τό λύχνο τού Αλαδίνου
ή τό γερό νάνο απ' τήν Καντώνα.
Στείλαμε τό σήμα τού κινδύνου
πάνω σέ άσπρη πέτρα μέ σφεντόνα.

Δαίμονας γεννά τή νηνεμία.
Ξόρκισε, Allodetta, τ' όνομα τού.
Λούφαξεν ό δέκτης τού ασυρμάτου,
καί φυλλομετρά τόν καζαμία.

Ο άνεμος κλαίει. Σκυλί στά λυσσιακά τού.
Γεία χαρά, στεριά, κι αντίο, μαστέλο.
Γλίστρησε ή ψυχή μας από κάτου,
έχει καί στήν κόλαση μπορντέλο.

Νίκος Καββαδίας - Τραβέρσο

Κυριακή, 19 Μαρτίου 2017

...

«Δεν μπορεί να πει κανείς ότι μας λείπει η πίστη. Ακόμα και το ίδιο το γεγονός της ζωής μας ενέχει μια γόμωση πίστεως η οποία είναι αδύνατο να αγνοηθεί».

«Πού είναι η έννοια της πίστεως εδώ; Απλώς, δεν μπορεί κάποιος να μη ζει».

«Ακριβώς σ' αυτό το ''απλώς δεν μπορεί'' έγκειται η παράλογη δύναμη της πίστεως· παίρνει σάρκα και οστά με τη μορφή αυτής της άρνησης».

Δεν είναι απαραίτητο να φύγεις από το σπίτι. Μείνε στο τραπέζι σου και άκου. Μην ακούς καν, περίμενε μόνο. Μην περιμένεις καν, μείνε τελείως ήρεμος και μόνος. Ο κόσμος θα παρουσιαστεί μπροστά σου για να αποκαλυφθεί, δεν μπορεί να κάνει αλλιώς, θα σπαρταράει εκστασιασμένος στα πόδια σου.

Φραντς Κάφκα - Αφορισμοί

...

ΛΕΕΙ Ο ΔΑΣΚΑΛΟΣ στον πολεμιστή, όταν τον βλέπει στενοχωρημένο: «Δεν είσαι αυτό που δείχνεις τις στιγμές της θλίψης. Είσαι πολύ περισσότερα.

» Ενώ πάρα πολλοί έφυγαν για λόγους που δε θα καταλάβουμε ποτέ, εσύ βρίσκεσαι ακόμα εδώ. Γιατί άραγε ο Θεός να πήρε ανθρώπους τόσο απίστευτους και άφησε εσένα;

» Αυτή τη στιγμή εκατομμύρια άνθρωποι παραιτήθηκαν κιόλας. Δεν ενοχλούνται, δεν κλαίνε, δεν κάνουν πια τίποτα. Περιορίζονται να περιμένουν το χρόνο να περάσει. Έχασαν την ικανότητα τους να αντιδρούν.

» Εσύ, όμως, είσαι θλιμμένος. Κι αυτό αποδεικνύει πως η ψυχή σου είναι ακόμα ζωντανή».

Πάουλο Κοέλιο - Το εγχειρίδιο του πολεμιστή του Φωτός

Μη Λες

Μή λές, ατέλειωτος πούναι αυτός ο δρόμος,
ατέλειωτος δρόμος δεν υπάρχει.
Μή λές, τί δύσβατο πού  είναι το βουνο,
δέν υπάρχει βουνό δύσβατο.
Μή λές, πόσο μακριά είναι ή χώρα,
δέν υπάρχει μακρινή χώρα.
Μήν απελπίζεσαι.

Στ' αλήθεια δέν υπάρχει γιατρειά.
Μπροστά μας, γύρω μας, ολούθε οχτροί
στό σπίτι μας, στή κάμαρα μας, στην κουζίνα μας,
γιομάτοι οχτροί.

Πιάνουν, χτυπούν, χτυπούν χτυπούν.
Κι ύστερα λένε, απαγορεύονται τά πάντα:
Νά κοιτάζεις καταγής,
νά κοιτάζεις τό φεγγάρι,
νά κοιτάζεις τά νερά!

Ήταν τότε τό χίλια εννιακόσια τριάντα οχτώ.
Εγώ δέν είχα αφήσει ακόμα μουστάκι.
Ο Μουσταφά Κεμάλ δέν είχε πεθάνει.
Κι ό Αδόλφος Χίτλερ,
πρωτάρχισε νά γυρεύει στην Ευρώπη
σιτάρι, κάρβουνο καί σίδερο.

Θάρθει μιά μέρα,
πού όλα θά ξεχαστούν,
ή πείνα, ή εξορία, ή φυλακή,
καί τό κυνηγητό μας χρόνια τώρα
από σοκάκι σέ σοκάκι.

Θάρθει μιά μέρα,
πού ό κόσμος μας θάναι φωτεινός,
ό κόσμος μας λυτρωμένος.
Καί τότε εγώ,
τίς Κυριακές θά έρχομαι σπίτι σου επισκέπτης.

Άχ νάρθουν εκείνες οί μέρες,
νά κλάψω απ' τή χαρά μου, δάσκαλε μου,
νά κλάψω μιά φορά!
Έτσι νά νιώσω ανακούφιση, ανακούφιση!

Α. Καντίρ - Ανθολογία τουρκικής προοδευτικής ποιήσης

Σάββατο, 26 Νοεμβρίου 2016

Το βαθύτερο νόημα της ορειβασίας

Τη βιοενέργεια σαν ζωτική δύναμη τη δέχονται, όπως αναφέραμε πολλές ανατολίτικες φιλοσοφίες, πολλές θρησκείες και πολλές θεωρίες. Είναι αυτή που μας συνδέει με το κοσμικό περιβάλλον, με το σύμπαν και είναι αυτή η ίδια που αντλούμε από το σύμπαν.

Η βιοενέργεια έχει στενή σχέση με τις αρχετυπικές κινήσεις. Για τα αρχέτυπα έχει μιλήσει ο Γιουνγκ και με τον όρο αρχέτυπο εννοεί εκείνο που έχει φτάσει ως εμάς, πρίν από χιλιάδες χρόνια με την κληρονομικότητα. Ερχόμαστε στον κόσμο με κάποιες συγκεκριμένες ψυχικές λειτουργίες, βασικές λειτουργίες που ο Γιουνγκ τις ονομάζει αρχετυπικές. Είναι το αρχέτυπο του πατέρα και της μητέρας αλλά και τόσα άλλα πριν από αυτούς. Υπάρχει κάτι στον εαυτό μας, που υπήρχε και πριν και εμείς το κληρονομήσαμε από τους γονείς.

Ανάμεσα στα άλλα αρχετυπικά σχήματα εδώ μας ενδιαφέρουν οι αρχετυπικές κινήσεις.

Ποιες είναι οι αρχετυπικές κινήσεις; Είναι όλες εκείνες που χρησιμοποιήθηκαν από τη στιγμή που άρχισε η ιστορία του ανθρώπινου γένους και που αποδείχτηκαν σημαντικές και απαραίτητες σαν μια αναγκαιότητα για να επιβιώσει.

Αρχετυπική κίνηση είναι το κολύμπι, όχι όμως σαν αγώνισμα ή σαν επίδειξη. Αρχετυπική λειτουργία είναι το μάσημα, όπως και η φωνή. Ο άνθρωπος φώναξε δυνατά για να φοβίσει, για να γλιτώσει ή για να μεταδώσει κάποιο μήνυμα στο συνάνθρωπο που ζούσε στην απέναντι σπηλιά.

Αλλά και το περπάτημα είναι σίγουρα μια άριστη αρχετυπική κίνηση, όπως και το τρέξιμο, το ανέβασμα στο βουνό, η αναρρίχηση. Ο άνθρωπος έπρεπε να ανέβει και ανέβαινε στο βουνό, σκαρφάλωνε στους γκρεμούς για να φτάσει το αγρίμι να το σκοτώσει, να το φάει για να επιβιώσει.

Ανάμεσα στις αρχετυπικές κινήσεις η πεζοπορία και η ορειβασία είναι από τις πιο σημαντικές, γιατί επιβοηθούν και ενισχύουν τη βιοενέργεια, αποφορτίζοντας και διευκολύνοντας έτσι την κυκλοφορία της.

Σαν αρχετυπικές κινήσεις η πεζοπορία και η ορειβασία προϋπήρχαν μέσα μου, δεν τις ανακάλυψα τώρα. «Τίποτα δε μαθαίνουμε τώρα», μας λέει ο Κρισναμούρτι, «αλλά θυμόμαστε αυτά που ξέρουμε». Κι αλλού θα μας πει: «Αν παρατηρούμε ένα ρόδο, ένα λουλούδι, χωρίς τη λέξη, χωρίς να ονομάζουμε το χρώμα, αλλά απλά να το κοιτάζουμε, τότε αυτό το κοίταγμα φέρνει μια εξαιρετική ευαισθησία, σπάζει αυτή την αίσθηση βαρύτητας του εγκεφάλου και φέρνει μια εξαιρετική ζωτικότητα. Υπάρχει ένα διαφορετικό είδος ενέργειας, όταν υπάρχει καθαρή αντίληψη που δε σχετίζεται με τη σκέψη και το χρόνο».

Η άσκηση της ορειβασίας είναι ένα ψυχικό μυστήριο.

Η σιωπή των απέραντων εκτάσεων του διαστήματος, του αμίλητου σύμπαντος των νόμων και της ζωής του, της παγερής του μεγαλοπρέπειας, μας φέρνει στη μνήμη εμπειρίες από το πολύ μακρινό παρελθόν.

Υπάρχει τώρα μια διαφορετική αντίληψη του χρόνου και του χώρου. Μια άλλη συνειδητότητα.

Η παρατήρηση και η απορρόφηση με όλη την προσοχή και με όλες τις αισθήσεις, δηλαδή με το νου και την καρδιά, ενός δάσους, ενός λουλουδιασμένου λιβαδιού, ενός συννεφιασμένου ουρανού, βοηθά στην βαθύτερη αυτοαντίληψη και αυτογνωσία. Ο άνθρωπος αποκτά αντίληψη ταυτότητας, που συμπεριλαμβάνει ολοκληρωτικά το σύστημα νους - σώμα και που το βλέπει σαν ένα σύνολο αδιάσπαστο και ενσωματωμένο. Εδώ αναπτύσσεται μια διαφορετική κατάσταση του νου, όπου η ατομική συνείδηση μπορεί να γίνει αντιληπτή σε ένα σημαντικό επίπεδο. Αυτή ακριβώς η κατάσταση είναι η θέση του νου, που φτάνει σε ένα υπερβατικό επίπεδο συνείδησης.

Αυτή η κατάσταση της συνείδησης είναι, όπως μερικές στιγμές έκστασης, που δεν μπορούμε να συλλάβουμε με το ανθρώπινο μυαλό μας και δεν μπορούμε με καμιά γλώσσα να εκφράσουμε.

Βρίσκεται πέρα από την ύπαρξη και την ανυπαρξία, «πέρα από το χώρο και το χρόνο». Είναι όπως η βουδιστική Νιρβάνα, μια κατάσταση, όπου κάθε εγωιστική επιθυμία σβήνει και μαζί της κάθε φόβος και πάθος και δε μένει παρά το συναίσθημα της γαλήνης, η απόλυτη βεβαιότητα πως φτάσαμε στην ελευθερία.

Η επέκταση της συνείδησης φτάνει σε υπερβατικές εμπειρίες, που περιέχουν μια ευρύτερη αντίληψη της ταυτότητας. Περιέχουν ακόμα αντιλήψεις του περιβάλλοντος, που υπερβαίνουν τα συνηθισμένα όρια των αισθήσεων. Το υπερβατικό επίπεδο είναι το επίπεδο του μαζικού ή ομαδικού ασυνείδητου και τα φαινόμενα που σχετίζονται μαζί του περιγράφονται από την ψυχολογία του Γιουνγκ. Η οικουμενική  ή συμπαντική αυτή συνείδηση μπορεί να ταυτιστεί με την παραδοσιακή έννοια του ανθρώπινου πνεύματος. Συχνά υπερβαίνει τη διανοητική και λογική ανάλυση, δε μεταδίδεται δηλαδή με λέξεις, αλλά παραμένει σαν μια «προσωπική μυστικιστική εμπειρία». Ο Γιουνγκ ωστόσο το αποδίδει πολύ απλά: «Η μόνη περιπέτεια που αξίζει ο άνθρωπος», λέει, «βρίσκεται στο εσωτερικό βασίλειο της ασυνείδητης ψυχής του».

«Όταν ελευθερωθεί από όλες τις αμφιβολίες για τον εαυτό του, δοκιμάζει ένα συναίσθημα παρόμοιο με εκείνη την υπέρτατη ευτυχία που νιώθει κάποιος, όταν συναντά τον πατέρα ή τη μητέρα του μετά από πολύ χρόνο. Τα τοπία βοηθάνε σε αυτό, γιατί εκφράζουν εκείνη την ανέκφραστη κατάσταση της ψυχής».

Στην εσωτερική χριστιανική διδασκαλία αναφέρει ο Μπορίς Μουράβιεφ ένα απόσπασμα παρμένο από τη ρώσικη κλασική φιλολογία (Τουργκένιεφ), που μεταδίδει ως ένα βαθμό αυτή την ιδιαίτερη και μοναδική εμπειρία, αυτή τη θεία ευδαιμονία:

«Χαμένος μέσα σ` ένα δάσος γεμάτο άγρια θηρία, οδηγούμενος από ένα συγκεχυμένο αλλά βαθύ συναίσθημα, ο άνθρωπος αναζητεί απελπισμένα την έξοδο. Εξαντλημένος, έχοντας διατρέξει χίλιους κινδύνους, φτάνει στην άκρη του δάσους.

Εμπρός του απλώνεται ένα θέαμα που τον γεμίζει θαυμασμό μαζί και τρόμο: ένα φρούριο με άγρια ομορφιά ορθώνεται πέρα από μια πλατιά τάφρο γεμάτη καθαρό και γάργαρο νερό. Πίσω από το φρούριο ξανοίγεται μια ευτυχισμένη κοιλάδα, φωτισμένη από τις τελευταίες ακτίνες του ήλιου. Αριστερά ο ορίζοντας σκοτεινός, κοκκινωπός, προαναγγέλει θύελα.

Μαγεμένος, κυριευμένος από τη θερμή επιθυμία να φτάσει στο φρούριο, ο άνθρωπος ξεχνάει τους κινδύνους και τους κόπους που τον περιμένουν.

  -Πως να το κατορθώσω; αναρωτιέται.

Ξαφνικά ακούει μια Φωνή να του μιλάει από τα κατάβαθα της καρδιάς του.

  -Την τάφρο, του λέει η Φωνή, δεν μπορείς να την περάσεις παρά κολυμπώντας ...Αλλά το ρεύμα είναι δυνατό, το νερό παγωμένο.

Κι όμως ο άνθρωπος αισθάνεται ν` ανεβαίνει μέσα του ένα κύμα νέων δυνάμεων. Αποφασιστικά ρίχνεται στην τάφρο. Το κρύο νερό του κόβει την ανάσα. Αλλά με την ένταση της θέλησης του και με μερικές απλωτές φτάνει στην άλλη όχθη, πηδάει το πρώτο σκαλοπάτι και το ανεβαίνει. Πιο πάνω υπάρχουν άλλα τρία πελώρια σκαλοπάτια από γρανίτη. Οδηγούν σε ένα πλατύ ημικυκλικό κεφαλόσκαλο που προστατεύεται από δυο πύργους με δυο κλειστές εισόδους.

Ένα ουρλιαχτό φτάνει στα αφτιά του. Ο άνθρωπος γυρίζει το κεφάλι. Ένα κοπάδι λύκων προχωρεί αργά προς το μέρος όπου βρισκόταν λίγες στιγμές πριν.

Η ημέρα φεύγει. Στο μισοσκόταδο μπορεί ακόμη να διακρίνει τα μάτια των πεινασμένων ζώων.

Ακούει πάλι τη φωνή να του λέει:

Στο κάτω κάτω, ο κίνδυνος δεν ήταν τόσο μεγάλος, αφού, αν είχες αρνηθεί να τον διατρέξεις, οι λύκοι θα σε είχαν κατασπαράξει.

Τρομοκρατημένος από τον κίνδυνο που διέφυγε ο άνθρωπος υπολογίζει τις δυσκολίες του σκαρφαλώματος.

Μόλις άρχισε την προσπάθεια να σκαρφαλώσει στο δεύτερο σκαλοπάτι, ξεσπά μια καταρρακτώδης βροχή που κάνει τις πέτρες γλιστερές. Παρ` όλα αυτά κατορθώνει και ανεβαίνει.

Η θύελλα περνάει, η βροχή κοπάζει. Το πρόσωπο του και τα ρούχα του στάζουν νερό επάνω στις πλάκες.

  -Δεν πειράζει, λέει η Φωνή, ήσουν ήδη βρεγμένος όταν πέρασες την τάφρο. Ο άνθρωπος παίρνει ανάσα και ξαναρχίζει την ανάβαση. Η νύχτα πέφτει, η νέα σελήνη παρουσιάζεται χρυσόχλομη στα δεξιά, κατά τη δύση.

  -Καλό σημάδι, ακούει στο βάθος του εαυτού του.

Ο άνθρωπος χαμογελά. Τώρα γαντζώνεται από τις ελάχιστες προεξοχές και ανεβαίνει στο τρίτο σκαλοπάτι.

Τα χέρια και τα πόδια του είναι μουσκεμένα στο αίμα. Μόλις κατορθώνει να σταθεί όρθιος, μια ριπή παγωμένου ανέμου παρολίγο να τον ρίξει χάμω.

Γαντζωμένος στο έδαφος, σκαρφαλώνει ως τη βάση του τοίχου, που σχηματίζει το τέταρτο σκαλοπάτι και βρίσκει εκεί καταφύγιο.

  -Δεν τελείωσαν ακόμη όλα, λέει τη στιγμή εκείνη η Φωνή. Μη στέκεσαι άλλο στο καταφύγιο σου. Το σκαλοπάτι μπορεί ν` ανοίξει στα δυο και τότε η γη θα σε καταπιεί.

Η αντίσταση στον ανεμοστρόβιλο αντί να τον εξαντλήσει δεκαπλασιάζει τις δυνάμεις του. Σκαρφαλώνει τώρα στο τέταρτο σκαλοπάτι. Σηκώνει τα μάτια. Μέσα στο σκοτάδι της νύχτας, ορθώνεται μπροστά του μια φωτεινή μορφή. Είναι ο Φρουρός. Ντυμένος με αστραφτερή πανοπλία και κράνος, κρατάει στο απλωμένο χέρι του μια πύρινη ρομφαία και τη στρέφει προς τον άνθρωπο.

  -Ποιος είσαι προσκυνητή και με ποιο σκοπό και στο όνομα τίνος ξεπέρασες τα εμπόδια και σκαρφάλωσες στη σκάλα του Παραδείσου;

Συνεπαρμένος από μια έξαρση άφατης χαράς, ο άνθρωπος επαναλαμβάνει δυνατά τα λόγια που ακούει στα βάθη της καρδιάς του και απαντά με θάρρος στο Φρουρό:

  -Είμαι η Ψυχή που ζητάει τη θεία ευδαιμονία· ένα κομμάτι που προσπαθεί να ενωθεί με τη Δημιουργική αρχή.

  -Άξια η απάντηση σου, απαντάει ο Φρουρός.

Η πόρτα του πύργου ανοίγει. Η αυγή χρυσίζει στην  Ανατολή. Πρόδρομος του Ήλιου το Άστρο του πρωινού λάμπει επάνω από την Ευτυχισμένη Κοιλάδα».

Οι Σούφι μουσουλμάνοι μυστικιστές έχουν μια παράδοση που διατηρείται πολλούς αιώνες. Η σουφική διδασκαλία μεταξύ των άλλων περιλαβαίνει ασκήσεις, που μπορεί να συνοψιστούν με τον όρο «εγχείρημα». Με τα κριτήρια της δυτικής σκέψης το εγχείρημα μπορεί να μη φαίνεται επιστημονικό, αλλά στην Ανατολή είχε πλατιά εφαρμογή.

Κάθε αναζητητής αποφασίζει να φέρει σε πέρας ένα εγχείρημα. Μπορεί να είναι ένα δύσκολο πρόβλημα ή μπορεί να είναι η προσπάθεια να τελειώσει ένα έργο που είναι απίθανο να επιτευχτεί. Για σκοπούς αυτοανάπτυξης οφείλει να εκτελέσει το εγχείρημα, με πληρη πίστη. Με τη σχεδίαση και εκτέλεση αυτής της προσπάθειας πετυχαίνει την πνευματική του ανάπτυξη. Μέσα από αυτή την προσπάθεια αναπτύσσεται η σταθερότητα και η δυνατότητα να πραγματοποιηθεί η νοητική και ηθική του ανάπτυξη. Όταν το εγχείρημα είναι μόνιμο για όλα τα χρόνια της ζωής του και στο βαθμό που θα υπάρξει ισόβιο ενδιαφέρον, αυτό αποτελεί μόνιμο αγκυροβόλιο και σημείο αναφοράς γι` αυτόν.

Αυτό μοιάζει στις δυτικές κοινωνίες με τις προσπάθειες και τις δραστηριότητες γύρω από τα σπορ, όπως  η καλλιέργεια του φυσικού σώματος ή η ορειβασία.

Η κορυφή του βουνού εδώ είναι ο σταθερός στόχος, αλλά στην περίπτωση της σουφικής διδασκαλίας αυτό είναι το μέσο και όχι ο σκοπός. Σκοπός είναι η διαφοροποίηση και η μεταμόρφωση του εσωτερικού ανθρώπου.

Η όλη αντίληψη ίσως φαίνεται παράξενη αλλά βασίζεται στη δική της λογική.

Είναι όπως ο καπνιστής π.χ. που χαρακτήρισε κάποιος σαν «μηχανισμό για κατανάλωση καπνού». Έτσι είναι, αλλά μόνο από μια άποψη, ακριβώς όπως το αυτοκίνητο θα μπορούσε να θεωρηθεί σαν «μια μηχανή που καίει βενζίνη», οι άλλες λειτουργίες του παραβλέπονται.

Στη σουφική διδασκαλία υπάρχει πάνω σ` αυτά μια αλληγορία η οποια αναφέρεται και από το Βάκωνα, που τονίζει το ευρύτερο νόημα (την ουσία) μιας δραστηριότητας και όχι τον φαινομενικά επιδιωκόμενο αντικειμενικό σκοπό.

«Ένας πατέρας καθώς ψυχομαχούσε είπε στους τεμπέληδες γιους του να σκάψουν και να ανακαλύψουν ένα θησαυρό, που είχε κρυμμένο στο χωράφι του. Αυτοί έσκαψαν μα δε βρήκαν τίποτα. Έτσι φύτεψαν στάρι που τους έδωσε άφθονη σοδειά. Δε βρήκαν χρυσάφι αλλά έμμεσα έγιναν πλούσιοι αλλά και εργατικοί».

Οι Σούφι πιστεύουν ότι ο άνθρωπος πρέπει να προχωρήσει με δικές του εσωτερικές συνειδητές προσπάθειες, για να σταθεροποιησεί μέσα του μια ουσία λεπτή, φωτεινή, πολύτιμη. Όταν ο νους καλλιεργηθεί και ασκηθεί κατάλληλα και ορθά, η συνείδηση ανάγεται σε ένα ανώτερο επίπεδο.

Στις διδασκαλίες τους αναφέρουν ακόμα:

 «Ας αποσυρθούμε από τα καθιερωμένα και την υποκρισία.

Ας θωρακίσουμε την καρδιά μας με θέληση και αυτοπεποίθηση. Αν εγκαταλείψουμε την ιδιοτέλεια, η πύλη θα ανοιχτεί σε μας και κείνο που είναι μυστηριώδες θα μας αποκαλυφτεί».

Μανόλης Ι. Κούνουπας - Ακόμα ψηλότερα! Σκοπός και νόημα της πεζοπορίας-ορειβασίας υγεία και ψυχοσωματικη ισορροπία


Παρασκευή, 11 Νοεμβρίου 2016

Περί ποιητών

μοι εστάθη δε εις τον νουν να ομιλήσω διά τους ανθρώπους όπου ασχολίαν έχουσι περί τας λέξεις και εμβαπτιζόμενοι εις αυτάς φανερώνουν νοήματα και πάθη και μυστήρια πλήθια εις τους οφθαλμούς των ανθρώπων.

και αυτοί ας έχουν μέλλησιν διά το σώμα αυτών. ότι μιαρό και ακάθαρτο σώμα λέξεις ομοίας παράγει. και ας έχουν μέλλησιν διά τον ρυθμόν του αίματος αυτών. ότι ο ρυθμός του αίματος, ρυθμός του λόγου αυτών.

πριν δε σκύψουν εις χαρτίον λευκόν, ας καθαρίσουν το σώμα τους παντός ρύπου και τύπου και ας χαράξουν γραμμήν από το Κέντρον του ουρανού εις το κέντρον της καρδίας αυτών. και έτσι ας βυθιστούν εις την σιωπήν και ας εκτείνουν τα χέρια τους εις τας άκρας του ορίζοντος, Δύσιν και Ανατολήν και στρέφοντας ολόγυρα εις Βορράν και Νότον ας εύρουν τον ρυθμό του λόγου όπου έρχεται εις τα χείλη.

έπειτα δε ας προστρέξουν εις τόπον αναμεσό φωτός και σκότους διά να μη είναι ούτε εις το φως ούτε εις το σκότος αλλά αναμεσό αυτών. και ας σπάσουν το σώμα αυτών, τα μέλη των εις κομμάτια και ας αναμίξουν αυτά μετά των λέξεων να φαίνονται οι σάρκες και τα εντόσθια αυτών μέσα στις λέξεις και ο πόνος αυτών ποταμός μέσα στη φωνή τους όπου τίποτα δεν τον σταματά και η οδύνη αυτών ωσάν κόκκινη βροχή επάνω εις τις κεφαλές των ανθρώπων.

και ας στείλουν τη φωνή και τα μέλη τους εις τους ανθρώπους· ότι έτσι είναι αυτοί  διά να μοιράζουν το σώμα και το αίμα του Λόγου τους εις τα διψασμένα και έρημα στόματα των ανθρώπων.

και γράφοντας ας ανοίγουν τας Φλέβες των και εκεί ας εμβαπτίζουν την πένναν αυτών.

Μιχάλης Δήμου - Εγχειρίδιο του Ιωάννη-Lukas Silverstone, Εγγλέζου ταξιδιώτη εις Αιγαίο

Κυριακή, 6 Νοεμβρίου 2016

Η Σιγή

Μια φλόγα είναι η ψυχή του ανθρώπου· ένα πύρινο πουλί, πηδάει από κλαρί σε κλαρί, από κεφάλι σε καφάλι, και φωνάζει: «Δεν μπορώ να σταθώ, δεν μπορώ να καώ, κανένας δεν μπορεί να με σβήσει!»

  Δέντρο φωτιά γίνεται ολομεμιάς το Σύμπαντο. Ανάμεσα από τους καπνούς κι από τις φλόγες, αναπαμένος στην κορυφή της πυρκαγιάς, κρατώ αμόλευτο, δροσερό, γαλήνιο, τον καρπό της φωτιάς, το Φως.

  Από την αψηλή τούτη κορυφή κοιτάζω την κόκκινη γραμμή που ανηφορίζει -τρεμάμενο αιματερό φωσφόρισμα, που σούρνεται σαν έντομο ερωτεμένο μέσα από τους αποβροχάρικους γύρους του μυαλού μου.

  Εγώ, ράτσα, ανθρώποι, γης, θεωρία και πράξη, Θεός, φαντάσματα από χώμα και μυαλό, καλά για τις απλοϊκές καρδιές που φοβούνται, καλά για τις ανεμογγάστρωτες ψυχές που θαρρούν πως γεννούνε.

  Από που ερχόμαστε; Πού πηγαίνουμε; Τι νόημα έχει τούτη η ζωή; φωνάζουν οι καρδιές, ρωτούν οι κεφαλές, χτυπώντας το χάος.

  Και μια φωτιά μέσα μου κίνησε ν` απαντήσει. Θα`ρθει μια μέρα, σίγουρα, η φωτιά να καθαρίσει τη γης. Θα`ρθει μια μέρα, σίγουρα, η φωτιά να εξαφανίσει τη γης. Αυτή είναι η Δευτέρα Παρουσία.

  Μια γλώσσα πύρινη είναι η ψυχή κι αγλείφει και μάχεται να πυρπολήσει τον κατασκότεινο όγκο του κόσμου. Μια μέρα όλο το Σύμπαντο θα γίνει πυρκαγιά.

  Η φωτιά είναι η πρώτη κι η στερνή προσωπίδα του Θεού μου. Ανάμεσα σε  δυο μεγάλες πυρές χορεύουμε και κλαίμε.

  Λαμποκοπούν, αντηλαρίζουν οι στοχασμοί και τα κορμιά μας. Γαλήνιος στέκουμαι ανάμεσα στις δυο πυρές κι είναι τα φρένα μου ακίνητα μέσα στον ίλιγγο και λέω:

  Πολύ μικρός είναι ο καιρός, πολύ στενός είναι ο τόπος ανάμεσα στις δυο πυρές, πολύ οκνός είναι ο ρυθμός ετούτος της ζωής -δεν έχω καιρό, δεν έχω τόπο να χορέψω! Βιάζουμαι!

  Κι ολομεμιάς ο ρυθμός της γης γίνεται ίλιγγος, ο χρόνος εξαφανίζεται, η στιγμή στροβιλίζεται, γίνεται αιωνιότητα, το κάθε σημείο -θες έντομο, θες άστρο, θες ιδέα- γίνεται χορός.

  Ήταν φυλακή, κι η φυλακή συντρίβεται κι οι φοβερές δυνάμεις μέσα λευτερώνουνται και το σημείο δεν υπάρχει πια!

  Ο ανώτατος αυτός βαθμός της άσκησης λέγεται: Σιγή. Όχι γιατί το περιεχόμενο είναι η ακρότατη άφραστη απελπισία γιά η ακρότατη άφραστη χαρά και ελπίδα. Μήτε γιατί είναι η ακρότατη γνώση, που δεν καταδέχεται να μιλήσει, γιά η ακρότατη άγνοια, που δεν μπορεί.

  Σιγή θα πει: Καθένας, αφού τελέψει τη θητεία του σε όλους τους άθλους, φτάνει πια στην ανώτατη κορφή της προσπάθειας -πέρα από κάθε άθλο, δεν αγωνίζεται, δε φωνάζει· ωριμάζει αλάκερος σιωπηλά, ακατάλυτα, αιώνια με το Σύμπαντο.

  Αρμοδέθηκε πια, σοφίλιασε με την Άβυσσο, όπως ο σπόρος του αντρός με το σπλάχνο της γυναίκας.

  Είναι πια η Άβυσσο η γυναίκα του και τη δουλεύει, ανοίγει, τρώει τα σωθικά της, μετουσιώνει το αίμα της, γελάει, κλαίει, ανεβαίνει, κατεβαίνει μαζί της, δεν την αφήνει!

  Πώς μπορείς να φτάσεις στο σπλάχνο της Άβυσσος και να την καρπίσεις; Αυτό δεν μπορεί να ειπωθεί, δεν μπορεί να στριμωχτεί σε λόγια, να υποταχτεί σε νόμους· καθένας έχει και τη λύτρωση τη δική του, απόλυτα ελεύτερος.

  Διδασκαλία δεν υπάρχει, δεν υπάρχει Λυτρωτής που ν` ανοίξει δρόμο. Δρόμος ν` ανοιχτεί δεν υπάρχει.

  Καθένας, ανεβαίνοντας απάνω από τη δική του κεφαλή, ξεφεύγει από το μικρό, όλο απορίες μυαλό του.

  Μέσα στη βαθιά Σιγή, όρθιος, άφοβος, πονώντας και παίζοντας, ανεβαίνοντας ακατάπαυτα από κορυφή σε κορυφή, ξέροντας πως το ύψος δεν έχει τελειωμό, τραγουδά, κρεμάμενος στην άβυσσο, το μαγικό τούτο περήφανο ξόρκι:

ΠΙΣΤΕΥΩ Σ` ΕΝΑ ΘΕΟ, ΑΚΡΙΤΑ, ΔΙΓΕΝΗ, ΣΤΡΑΤΕΥΟΜΕΝΟ, ΠΑΣΧΟΝΤΑ, ΜΕΓΑΛΟΔΥΝΑΜΟ, ΟΧΙ ΠΑΝΤΟΔΥΝΑΜΟ, ΠΟΛΕΜΙΣΤΗ ΣΤ` ΑΚΡΟΤΑΤΑ ΣΥΝΟΡΑ, ΣΤΡΑΤΗΓΟ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΑ ΣΕ ΟΛΕΣ ΤΙΣ ΦΩΤΕΙΝΕΣ ΔΥΝΑΜΕΣ, ΤΙΣ ΟΡΑΤΕΣ ΚΑΙ ΤΙΣ ΑΟΡΑΤΕΣ.

ΠΙΣΤΕΥΩ ΣΤ` ΑΝΑΡΙΘΜΗΤΑ, ΕΦΗΜΕΡΑ ΠΡΟΣΩΠΕΙΑ ΠΟΥ ΠΗΡΕ Ο ΘΕΟΣ ΣΤΟΥΣ ΑΙΩΝΕΣ ΚΑΙ ΞΕΚΡΙΝΩ ΠΙΣΩ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΠΑΥΤΗ ΡΟΗ ΤΟΥ ΤΗΝ ΑΚΑΤΑΛΥΤΗ ΕΝΟΤΗΤΑ.

ΠΙΣΤΕΥΩ ΣΤΟΝ ΑΓΡΥΠΝΟ ΒΑΡΥΝ ΑΓΩΝΑ ΤΟΥ, ΠΟΥ ΔΑΜΑΖΕΙ ΚΑΙ ΚΑΡΠΙΖΕΙ ΤΗΝ ΥΛΗ -ΤΗ ΖΩΟΔΟΧΑ ΠΗΓΗ ΦΥΤΩΝ, ΖΩΩΝ ΚΙ ΑΝΘΡΩΠΩΝ.

ΠΙΣΤΕΥΩ ΣΤΗΝ ΚΑΡΔΙΑ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ, ΤΟ ΧΩΜΑΤΕΝΙΟ ΑΛΩΝΙ, ΟΠΟΥ ΜΕΡΑ ΚΑΙ ΝΥΧΤΑ ΠΑΛΕΥΕΙ Ο ΑΚΡΙΤΑΣ ΜΕ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ.

«ΒΟΗΘΕΙΑ!» ΚΡΑΖΕΙΣ, ΚΥΡΙΕ. «ΒΟΗΘΕΙΑ!» ΚΡΑΖΕΙΣ, ΚΥΡΙΕ, ΚΙ ΑΚΟΥΩ.

ΜΕΣΑ ΜΟΥ ΟΙ ΠΡΟΓΟΝΟΙ ΚΙ ΑΠΟΓΟΝΟΙ ΚΙ ΟΙ ΡΑΤΣΕΣ ΟΛΕΣ, ΚΙ ΟΛΗ Η ΓΗΣ, ΑΚΟΥΜΕ ΜΕ ΤΡΟΜΟ, ΜΕ ΧΑΡΑ, ΤΗΝ ΚΡΑΥΓΗ ΣΟΥ.

ΜΑΚΑΡΙΟΙ ΟΣΟΙ ΑΚΟΥΝ ΚΑΙ ΧΥΝΟΝΤΑΙ ΝΑ ΣΕ ΛΥΤΡΩΣΟΥΝ, ΚΥΡΙΕ, ΚΑΙ ΛΕΝ: «ΕΓΩ ΚΑΙ ΣΥ ΜΟΝΑΧΑ ΥΠΑΡΧΟΥΜΕ».

ΜΑΚΑΡΙΟΙ ΟΣΟΙ ΣΕ ΛΥΤΡΩΣΑΝ, ΣΜΙΓΟΥΝ ΜΑΖΙ ΣΟΥ, ΚΥΡΙΕ, ΚΑΙ ΛΕΝ: «ΕΓΩ ΚΑΙ ΣΥ ΕΙΜΑΣΤΕ ΕΝΑ».

ΚΑΙ ΤΡΙΣΜΑΚΑΡΙΟΙ ΟΣΟΙ ΚΡΑΤΟΥΝ, ΚΑΙ ΔΕ ΛΥΓΟΥΝ, ΑΠΑΝΩ ΣΤΟΥΣ ΩΜΟΥΣ ΤΟΥΣ, ΤΟ ΜΕΓΑ, ΕΞΑΙΣΙΟ, ΑΠΟΤΡΟΠΑΙΟ ΜΥΣΤΙΚΟ:

ΚΑΙ ΤΟ ΕΝΑ ΤΟΥΤΟ ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ!

Νίκος Καζαντζάκης - Ασκητική